Νέα

27 Μαρτίου 1827 190 χρόνια από τη θυσία του Γιάννη Μήτσα υπέρ Πίστεως και Πατρίδος
Αναρτήθηκε: 27/03/2017

 

                                                                του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη

α)Το παλικάρι

«Όστις δεν εγνώρισεν τον Ιωάννην Μήτσαν δεν εγνώρισεν τι σημαίνει γίγας. Ηρωική ήτο η καρδιά του και το ανάστημά του υπερφυές».1

Ο καπετάν Γιάννης Μήτσας, ο Καστρίτης, γεννηθείς εις Ερμιόνη το 1794, ήταν μια θρυλική φυσιογνωμία των χρόνων της Επανάστασης… Η εξωτερική του εμφάνιση είχε κάτι το υπερβολικό. Η κορμοστασιά του επιβλητική και αγέρωχη με υπερφυσική σωματική δύναμη. Το μέτωπό του φαρδύ, νεανικό, ολοκάθαρο. Τα φρύδια του πυκνά, σε ευθεία γραμμή, τα μάτια του σπινθηροβόλα και άτρομα μέσα στις βαθιές κόγχες τους. Η μύτη του ευθεία, με ελαφρύ γύρισμα στο τελείωμά της, προεξείχε από το μεγάλο μουστάκι, που κάλυπτε ολόκληρο το πάνω χείλος. Το στήθος του αντρίκιο, έδινε την εντύπωση πως βόλι δεν τον άγγιζε...

…Πρώτος έφθανε στις μάχες και δεν δίσταζε να χτυπηθεί με πολλαπλάσιες εχθρικές δυνάμεις, καθώς διέθετε εκτός από ανδρεία και τεράστια αποθέματα ψυχικού σθένους. Η παρουσία του εμψύχωνε τους ραγιάδες και τ’ όνομά του, συνώνυμο της τόλμης, της αποφασιστικότητας και της λεβεντιάς, ενθάρρυνε τους Κατωναχαγιώτες, όταν απογοητευμένοι, ορισμένες φορές, κυριεύονταν από απελπισία…

β)Η μάχη της Καλλιρρόης

…Οι μάχες που δόθηκαν τις επόμενες ημέρες ήσαν φονικότατες. Οι Τούρκοι του Κιουταχή και οι Έλληνες του Καραϊσκάκη πολεμούσαν με λύσσα και πολλές φορές πιάνονταν στα χέρια.

Στις 27 Μαρτίου -η ημερομηνία δεν επιβεβαιώνεται, όπως και κάποιες άλλες του αγώνα- γράφτηκε η τελευταία πράξη της ζωής του Γιάννη Μήτσα. Κατά τη διάρκεια νυχτερινής αντεπίθεσης των Ελλήνων για να ανακαταλάβουν τις θέσεις τους, αφού πολέμησαν ηρωικά μπούκα προς μπούκα, δηλ. σώμα με σώμα, έπεσε νεκρός κάτω από το ταμπούρι του ο γίγαντας! Βρισκόταν στο συγκρότημα Ταμπουρίων του Μπιν-Βασίρι ανάμεσα στο Κερατσίνι και τον Πειραιά, στην ονομαστή μάχη της Καλλιρρόης και σφράγισε με τη συγκλονιστική του θυσία τον αγώνα. «Την Εη της προ του τότε Πάσχα Μεγάλης Εβδομάδας εφονεύθησαν οι υπό τον Γενναίον οπλαρχηγόν, ο εξ Ερμιόνης Ιωάννης Μήτσας και ο εκ Στεμνίτσης Μηλιώνης, εις τα μεταξύ Πειραιώς και Κερατσινίου Ταμπούρια του Μπιν-Βασάρι, επιπεσόντες νυκτός να κυριεύσουν και κυριεύσαντες το μεγαλύτερον», γράφει ο Μ. Οικονόμου.

Γύρω από το άψυχο σώμα του ήρωα ακολούθησε ομηρική μάχη. Οι Τούρκοι επεδίωξαν να το λαφυραγωγήσουν και να το ατιμάσουν. Οι Έλληνες, ωστόσο, κατόρθωσαν να διασώσουν τον νεκρό και τα όπλα του.

Ο αδελφός του Σταμάτης, όταν πληροφορήθηκε το θλιβερό γεγονός, κατέφτασε σιωπηλός, για να παραλάβει το άψυχο κορμί. Με δυσκολία έκρυβε την ταραχή και τον μεγάλο του πόνο. Μόλις το αντίκρισε, ασκεπής σταυροκοπήθηκε και αγκάλιασε τον νεκρό. Ύστερα ευλαβικά τον τοποθέτησε σε ασφαλές μέρος μακριά από το πεδίο της μάχης, τον ασπάσθηκε με σεβασμό, σκούπισε τα δάκρυα που ανάβλυζαν απ’ τα μάτια του με τα δυο του χέρια και την άκρη της φουστανέλας, σταυροκοπήθηκε ξανά και κάνοντας ένα βήμα πίσω, έφυγε τρέχοντας για τη μάχη, που δεν είχε ακόμα τελειώσει!

Τον γενναίο Ερμιονίτη πολέμαρχο έκλαψε πικρά και ο αχώριστος συμπολίτης μπιστικός του, Θοδωράκης Μάλλωσης. Ένα ξεχωριστό παλληκάρι του αγώνα, που ακολουθούσε τον Μήτσα σε όλες τις μάχες. Έτσι βρέθηκε στο πλευρό του και την ύστατη στιγμή, όπως η μοίρα των πιστών ορίζει.

Το θρηνητικό φύσημα του αέρα, ο λυγμός των πουλιών, το μοιρολόγι των κυμάτων της ερμιονίτικης θάλασσας μετέφεραν το θλιβερό και αναπάντεχο άγγελμα του θανάτου στην Ερμιόνη πολύ γρήγορα. Ο γίγαντας Γεώργιος Μήτσας έπεσε! Σείστηκε ο Κουλάς συθέμελα! Η γυναίκα του και η μικρή μονάκριβη κόρη του παρέμειναν ασάλευτες, βουβές...2

γ) «Η θυσία του αντρειωμένου»

Πίνακας της Ανθούλας Λαζαρίδου - Δουρούκου

Πολλές φορές κρίνεται σκόπιμο να παρακολουθεί κανείς την Ιστορία μέσα από την Τέχνη. Έργα ζωγράφων, ποιήματα και πεζά λογοτεχνών «διδάσκουν με ευχαρίστηση», καθώς η αισθητική πλήρωση συνοδεύει τη γνώση.3 Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πίνακας της Ανθούλας Λαζαρίδου – Δουρούκου, που παριστά με συγκλονιστικό τρόπο τον θάνατο του Γιάννη Μήτσα.

«Η ανδρεία του κληρονομιά μας», σχολίασε σχετικά η ζωγράφος εντυπωσιάζοντας και πρωτοτυπώντας στην παρουσίαση του ηρωικού πολέμαρχου την ύστατη ώρα. Ορθός, άφοβος, μοναχός, ήρεμος αντιμετωπίζει στωικά τον θάνατο, αψηφώντας τη φύση που στην πιο γλυκιά της ώρα, προσκαλεί και προκαλεί για ζωή.

«Στην κεφαλή του κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος, ο ουρανός καμάρωνε κι η γη χεροκροτούσε»,4 θα έγραφε ο εθνικός μας ποιητής συμπάσχοντας με τον ήρωα.   

Τέτοιοι άνδρες πραγματικά πεθαίνουν όρθιοι! Γίνονται σύμβολα παντοτινά που καθοδηγούν και εμπνέουν.

δ) «Οι νεκροί του Φαλήρου» - «Ελεγείον επί του τάφου του στρατηγού Αναστασίου Μαυρομιχάλη»

Ποιήματα του Αχιλλέα Παράσχου

Η ηρωική θυσία των αγωνιστών στη μάχη του Φαλήρου συγκίνησε ιδιαίτερα τον ελληνολάτρη ποιητή Αχιλλέα Παράσχο. Στο ποίημά του «Οι νεκροί του Φαλήρου» (Η΄ μέρος) αναφέρεται και στον θρυλικό Γιάννη Μήτσα. Μια δεύτερη αναφορά υπάρχει και στο «Ελεγείον» (Γ΄ μέρος), που ειπώθηκε «Επί του τάφου του στρατηγού Αναστασίου Μαυρομιχάλη». Στους φλογερούς και πατριωτικούς στίχους του ποιητή συναντάμε όλους τους ήρωες της Επανάστασης, που τον ενέπνευσαν.

 

«Οι νεκροί του Φαλήρου», (Η΄)

…Τους ήρωας, που πρόφθασα παιδάκι, ξαναείδα!

Είδα του Γρίβα τη ματιά, τον πυργωτό Γκρηζιώτη,

το Βάσσο, τον Νικηταρά κοντά στο Γαρδικιώτη.

Ματιές αϊτών, στήθια πλατιά, κορμιά πλατάνια είδα,

πιστόλες μέσ’ στο μάλαμα, σπαθιών γερτή λεπίδα.

Είδα τον Κώστα Μπότσαρη, τον Κίτσο τον Τζαβέλλα,

είδα του Χατζή – Πέτρου μας την άσπρη φουστανέλλα.

Του Μακρυγιάννη το κορμί, στηλόνετο μπροστά μου

και του Πλαπούτα τ’ άρματα καμάρον’ η ματιά μου.  

Όλους εκείνους έβλεπα που πρόφθασα, κι ακόμα

το Μήτσα μας, που σκέπασε προχθές το μαύρο χώμα.

Τη λεβεντιά της Ρούμελης και του Μοριά τα κάλλη

εχόρτασε το μάτι μου, και ξαναείδα πάλι

εκείνους που ελάτρευσα, εκείνους που λατρεύω

και μέσ’ στο κοιμητήριο τη νύχτα τούς γυρεύω!

 

«Ελεγείον - Επί του τάφου του στρατηγού Αναστασίου Μαυρομιχάλη», (Γ΄).

…Φευ! Όσοι διεφύγατε του Χάρωνος το όμμα,

Μη έτι μας αφήνετε, ημίθεοι πολέμου.

Μένε, Κανάρη, με ημάς περίμενε ακόμα.

Μη αποθνήσκεις, Βέρη μου, μη φεύγεις, Βαλτινέ μου!

Μη, Γιάννη – Κώστα, τους νεκρούς συντρόφους σου ποθήσεις,

Και μένε, Μήτσα, με ημάς, Δαγκλή, μη μας αφήσεις!

 

Σημ. Κρίνεται αναγκαίο το συντομότερο δυνατόν να διορθωθούν όσα εσφαλμένα αναγράφονται στις προτομές των Μητσαίων.

1.   Αναφορά στον Γιάννη Μήτσα του εισηγητή του Νομοσχεδίου «Περί συντάξεως των χηρών και προικίσεως των ορφανών του αγώνος», στη διάρκεια της ΝΖ’ (57ης) συνεδρίασης της Βουλής, στις 21 Απριλίου 1858.

2.     Γιάννης Μ. Σπετσιώτης, «Ιστορικές σελίδες της Ερμιόνης» - Ημερολόγιο.

3.   Δημήτριος Ιω. Κουκουλομμάτης, «Λογοτεχνία και Παιδαγωγική», Αθήναι 1990.

4.   Διονύσιος Σολωμός, «Ελεύθεροι πολιορκημένοι».